PLOTTING
-Μπούχτισα. Βγαίνω για λίγο να
πάρω αέρα.
-Να σου φέρω ένα ποτό; Λίγο
νερό;
-Όχι, θα βγω για λίγο στον
κήπο.
Ανοίγει την βαριά
μπαλκονόπορτα. Η διαφορά θερμοκρασίας γίνεται αμέσως αισθητή και σφίγγεται,
αφού δεν πήρε το παλτό του. Τουρτουρίζει και συνέρχεται σιγά -σιγά.
Η δυνατή μουσική από το
εσωτερικό του σπιτιού ακούγεται ακόμα έντονα. Η κίνηση των αυτοκινήτων στη
λεωφόρο δεν είναι πλέον τόσο μεγάλη, η ώρα είναι περασμένη.
Μπροστά του απλώνεται κήπος.
Ένας απόλυτα τετράγωνος κήπος.
Από κάπου έρχεται η μυρωδιά
καμένου ξύλου.
Κοιτάει ψηλά και ο ουρανός
ξαφνικά έχει έρθει πιο κοντά. Τα κρεμασμένα από άκρη σε άκρη λαμπάκια
μπερδεύονται με τα αστέρια.
Αδιαφορεί για τον κήπο που
είναι περιφραγμένος με ξύλα. Αυτός νιώθει ελεύθερος. Ελεύθερος και ήρεμος.
Γαληνεύει. Ταξιδεύει σε έναν
άλλον κόσμο. Στο δικό του κόσμο.
Την αίσθηση του κρύου αέρα
έχει αντικαταστήσει μια περίεργη ζεστασιά.
Δε δίνει καμιά σημασία στα
κοκκινόχρωμα χαλίκια που πατάει και στο θόρυβο που αυτά κάνουν. Στα δεξιά του
διέκρινε, πιο πολύ το άκουσε, ένα σιντριβάνι
καταρράκτη. Ένας καθρέφτης του ουρανού.
Συνεχίζει να περπατάει στο
στενό πέτρινο μονοπάτι. Δε χωράει άλλος δίπλα του να περπατήσει. Απλώνει τα
χέρια του. Αγγίζει ξύλινα κάγκελα. Συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται σε ένα
γεφυράκι. Ακούει το ρυάκι να κυλάει κάτω από τα πόδια του. Ψάχνει την αρχή ή το τέλος του. Είναι φανερό ότι ξεκινάει από
τον καταρράκτη. Μα που καταλήγει; Αριστερά του βρίσκεται μια μικρή λίμνη.
Δεν ασχολείται άλλο. Συνεχίζει στο μονοπάτι. (……………)
Σύντομα φτάνει σε ένα «καθιστικό» κήπου. Στη σκιά ενός δέντρου. Τα
κλαδιά του φωτίζονται από ένα προβολάκι στις ρίζες του. Γοητεύεται. Ένα μικρό
τραπέζι ροτόντα με καρέκλες. Μεταλλικά. Χρώμα βαθύ πράσινο. Φαίνεται ότι
χρησιμοποιούνται κυρίως όταν έχει καλό καιρό. Από τις καρέκλες λείπουν τα
μαξιλάρια.
-Θα κάνουν ωραία αντίθεση με
τα κοκκινόχρωμα χαλίκια, σκέφτεται. Τα πρόσεξε
τελικά!
Επιστρέφει. Φτάνει στο ρυάκι. Το
κελάρυσμα του νερού πάντα τον ηρεμεί. Πλησιάζει τη λιμνούλα. Τα αστέρια ήρθαν πιο κοντά.
Σηκώνει το βλέμμα. Το φεγγάρι
κρύφτηκε. Ο ουρανός γέμισε σύννεφα. Θα βρέξει; Μήπως είναι οι σκέψεις του που ξαναγύρισαν;
Ένα ξαφνικό άγγιγμα στον ώμο
τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, στη βαβούρα της πόλης και του πάρτι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου